ἔμμητρος

ἔμμητρος, ον, ([etym.] μήτρα)
A containing core,

ξύλον Antiph.220

, Thphr.HP 1.6.5, Theoc.25.209.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • έμμητρος — ἔμμητρος, ον (Α) (για φυτό, ξύλο) αυτός που έχει καρδιά, ψίχα …   Dictionary of Greek

  • ἔμμητρον — ἔμμητρος containing core masc/fem acc sg ἔμμητρος containing core neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔμμητρα — ἔμμητρος containing core neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔμμητροι — ἔμμητρος containing core masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.